Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kick in
01
σπάω με κλοτσιά, πατώ
to forcefully open or break through something, often a door or barrier
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick in
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks in
ενεστώτα μετοχή
kicking in
απλός αόριστος
kicked in
παθητική μετοχή
kicked in
Παραδείγματα
The firefighters had to kick in the door to rescue the trapped residents.
Οι πυροσβέστες έπρεπε να σπάσουν την πόρτα για να διασώσουν τους παγιδευμένους κατοίκους.
02
αρχίζει να δρα, κάνει επίδραση
to start to have an impact
Παραδείγματα
The medication usually takes about 30 minutes to kick in and alleviate the pain.
Το φάρμακο συνήθως χρειάζεται περίπου 30 λεπτά για να αρχίσει να δρα και να ανακουφίσει τον πόνο.
03
συνεισφέρω, συμμετέχω
to contribute one's share of money or assistance to a collective effort or cause
Παραδείγματα
We all need to kick in for the office gift to show our appreciation to the boss.
Όλοι πρέπει να συμβάλουμε για το δώρο του γραφείου για να δείξουμε την εκτίμησή μας στον αφεντικό.



























