Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ken
01
γνώση, κατανόηση
the scope of what someone is aware of or is capable of grasping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kens
Παραδείγματα
Quantum physics is beyond my ken, but I admire those who master it.
Η κβαντική φυσική είναι πέρα από την κατανόησή μου, αλλά θαυμάζω όσους την κατακτούν.
02
οπτικό πεδίο, απόσταση όρασης
the distance that can be seen by someone
Παραδείγματα
The mountains came into ken as the fog lifted.
Τα βουνά μπήκαν στο οπτικό πεδίο όταν η ομίχλη διαλύθηκε.
to ken
01
γνωρίζω, καταλαβαίνω
(Scottish) to know, be aware of, or understand
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ken
γ΄ ενικό πρόσωπο
kens
ενεστώτα μετοχή
kenning
απλός αόριστος
kent
παθητική μετοχή
kent
Παραδείγματα
Do you ken what I mean?
Κενεις τι εννοώ;



























