Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ken
01
γνώση, κατανόηση
the scope of what someone is aware of or is capable of grasping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The teacher expanded the students ' ken with real-world examples.
Ο δάσκαλος επέκτεινε τις γνώσεις των μαθητών με παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο.
02
οπτικό πεδίο, απόσταση όρασης
the distance that can be seen by someone
Παραδείγματα
The lighthouse was barely in ken from the rocky shore.
Ο φάρος ήταν μόλις στο ken από την βραχώδη ακτή.
to ken
01
γνωρίζω, καταλαβαίνω
(Scottish) to know, be aware of, or understand
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
ken
γ΄ ενικό πρόσωπο
kens
ενεστώτα μετοχή
kenning
απλός αόριστος
kent
παθητική μετοχή
kent
Παραδείγματα
I never kened it would end up like this.
Ποτέ δεν κένω ότι θα τελείωνε έτσι.



























