armistice
ar
ˈɑ:
aa
mis
mɪs
mis
tice
tɪs
tis

Ορισμός και σημασία του "armistice"στα αγγλικά

01

ανακωχή, εκεχειρία

a temporary stoppage or truce in hostilities between parties engaged in a war or conflict 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
armistices
Παραδείγματα
The warring nations signed an armistice agreeing to a one-month ceasefire to allow humanitarian aid delivery and prisoner exchanges. 

Οι εμπόλεμες χώρες υπέγραψαν ανακωχή, συμφωνώντας σε εκεχειρία ενός μήνα για να επιτρέψουν την παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας και την ανταλλαγή κρατουμένων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store