Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joust
01
ιππομαχία, τουρνουά ιπποτών
a combat between two mounted knights tilting against each other with blunted lances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jousts
02
αντιπαράθεση, δημόσια συζήτηση
an act of arguing with somebody, especially as part of a formal or public debate
03
η μονομαχία στο δίχτυ, η αναμέτρηση στο δίχτυ
a push or hit above the net by two opposing volleyball players that happens at the same time for gaining the control
Παραδείγματα
The joust at the net determined which team gained possession.
Η μονομαχία στο δίχτυ κατέστησε ποια ομάδα κέρδισε την κατοχή.
to joust
01
αγωνίζομαι σε τουρνουά, συμμετέχω σε ιπποτικό αγώνα
to engage in a combat or competition, typically involving mounted knights, who use lances to try to unseat each other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
joust
γ΄ ενικό πρόσωπο
jousts
ενεστώτα μετοχή
jousting
απλός αόριστος
jousted
παθητική μετοχή
jousted
Παραδείγματα
The knights joust in the grand tournament every year.
Οι ιππότες αγωνίζονται στο μεγάλο τουρνουά κάθε χρόνο.
02
διαφωνώ, συζητώ
to argue with another person, particularly in a formal occasion such as a debate
Transitive



























