Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aristocracy
01
αριστοκρατία, ευγενείς
people in the highest class of society who have a lot of power and wealth and usually high ranks and titles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aristocracies
Παραδείγματα
The event was attended by members of the aristocracy in elegant attire.
Η εκδήλωση παρακολουθήθηκε από μέλη της αριστοκρατίας με κομψή ενδυμασία.
02
αριστοκρατία
a group of people of high rank or superiority in a particular social sphere
Παραδείγματα
The literary aristocracy shaped public taste for decades.
Η λογοτεχνική αριστοκρατία διαμόρφωσε τη δημόσια αίσθηση για δεκαετίες.
03
αριστοκρατία
a form of government in which a minority who is believed to be the most qualified has the power
Παραδείγματα
Aristocracy was once seen as a safeguard against mob rule.
Η αριστοκρατία θεωρούνταν κάποτε ως προστασία από την κυριαρχία του όχλου.



























