Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aristocracy
Παραδείγματα
The aristocracy opposed many social reforms that threatened their privileges.
Η αριστοκρατία αντιτάχθηκε σε πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που απειλούσαν τα προνόμιά της.
02
αριστοκρατία
a group of people of high rank or superiority in a particular social sphere
Παραδείγματα
He rose quickly into the aristocracy of finance, managing billion-dollar portfolios.
Ανέβηκε γρήγορα στην αριστοκρατία των οικονομικών, διαχειριζόμενος χαρτοφυλάκια αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.
03
αριστοκρατία
a form of government in which a minority who is believed to be the most qualified has the power
Παραδείγματα
Aristocracy, in theory, favors wisdom over popularity.
Αριστοκρατία, στη θεωρία, ευνοεί τη σοφία έναντι της δημοτικότητας.



























