aridness
a
ˈæ
ā
rid
rɪd
rid
ness
nəs
nēs
archness

Ορισμός και σημασία του "aridness"στα αγγλικά

01

ξηρασία, ανομβρία

the state of being very dry with little to no moisture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aridnesses
Παραδείγματα
The aridness of the landscape made it difficult for crops to survive. 

Η ξηρασία του τοπίου έκανε δύσκολη την επιβίωση των καλλιεργειών.

Λεξικό Δέντρο

aridness
arid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store