Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jealous
01
ζηλιάρης, φθονερός
feeling angry and unhappy because someone else has what we want
Παραδείγματα
When his coworker got a raise, he could n't help but feel jealous.
Όταν ο συνάδελφός του πήρε αύξηση, δεν μπορούσε παρά να νιώσει ζήλια.
02
ζηλιάρης, φθονερός
feeling suspicious or concerned about someone's intentions, especially regarding their relationship with someone else
Παραδείγματα
The jealous husband could n't shake the thought that his wife might be interested in someone else.
Ο ζηλιάρης σύζυγος δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί τη σκέψη ότι η γυναίκα του μπορεί να ενδιαφέρεται για κάποιον άλλο.
Παραδείγματα
She was jealous of her good reputation and went to great lengths to maintain it.
Ήταν ζηλιάρα για τη καλή της φήμη και έκανε τα πάντα για να τη διατηρήσει.
Λεξικό Δέντρο
jealously
overjealous
jealous



























