jealous
jea
ˈʤɛ
τζε
lous
ləs
λασ
zealoustrellistellusentellus

Ορισμός και σημασία του "jealous"στα αγγλικά

01

ζηλιάρης, φθονερός

feeling angry and unhappy because someone else has what we want 
jealous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jealous
συγκριτικός βαθμός
more jealous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, social, psychology
Παραδείγματα
Don't be jealous of his success, you can achieve great things too. 

Μην είσαι ζηλιάρης για την επιτυχία του, μπορείς επίσης να καταφέρεις μεγάλα πράγματα.

02

ζηλιάρης, φθονερός

feeling suspicious or concerned about someone's intentions, especially regarding their relationship with someone else 
Παραδείγματα
He felt a jealous pang as his partner laughed with someone else across the room. 

Ένιωσε ένα τσούξιμο ζήλειας καθώς ο σύντροφός του γέλαγε με κάποιον άλλο στην άλλη πλευρά του δωματίου.

03

ζηλιάρης, φθονερός

feeling protective or possessive over something or someone 
Παραδείγματα
She was jealous of her family's attention, wanting more of it for herself. 

Ήταν ζηλιάρα για την προσοχή της οικογένειάς της, θέλοντας περισσότερη για τον εαυτό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jealously
overjealous
jealous
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store