jealousy
jea
ˈʤɛ
τζε
lou
λα
sy
si
σι
/ˈʤɛləsi/

Ορισμός και σημασία του "jealousy"στα αγγλικά

01

ζήλια, φθόνος

feeling angry or unhappy because of someone else's advantages or possessions
jealousy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The child showed jealousy when a new sibling arrived.
Το παιδί έδειξε ζήλια όταν έφτασε ένα νέο αδερφό.
02

ζήλια, ζηλωτική επαγρύπνηση

zealous vigilance
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store