Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jarring
01
δυσάρμοστος, συγκλονιστικός
conflicting or out of harmony, creating an unpleasant or startling effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jarring
συγκριτικός βαθμός
more jarring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bright pink color of the house was jarring against the muted tones of the neighborhood.
Το φωτεινό ροζ χρώμα του σπιτιού ήταν ασύμφωνο με τα σκιασμένα τόνους της γειτονιάς.
Παραδείγματα
The sudden crash of thunder was jarring, shaking the windows and startling everyone in the room.
Ο ξαφνικός κρότος της βροντής ήταν δυσάρεστος, κούνησε τα παράθυρα και τρόμαξε όλους στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
jarringly
jarring
jar



























