Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Beaufsichtigung
01
επίβλεψη, εποπτεία
Das kontrollierende Beobachten und Führen von Personen oder Vorgängen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Beaufsichtigung
Παραδείγματα
Die Kinder sind während des Ausflugs unter Beaufsichtigung.
Τα παιδιά βρίσκονται υπό επίβλεψη κατά τη διάρκεια της εκδρομής.



























