Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beantworten
01
απαντώ, απαντάω
Auf eine Frage oder Anfrage reagieren und eine Antwort geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
antworten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beantworte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beantwortet
ενεστώτα μετοχή
beantwortend
απλός αόριστος
beantwortete
παθητική μετοχή
beantwortet
Παραδείγματα
Warum hast du seinen Anruf nicht beantwortet?
Γιατί δεν απάντησες στην κλήση του ;



























