Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bearbeiten
01
επεξεργάζομαι
Durch gezielte Veränderungen digitale Inhalte anpassen, verbessern oder verändern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
arbeiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bearbeite
γ΄ ενικό πρόσωπο
bearbeitet
ενεστώτα μετοχή
bearbeitend
απλός αόριστος
bearbeitete
παθητική μετοχή
bearbeitet
Παραδείγματα
Photoshop ist das beste Programm, um Fotos zu bearbeiten.
Το Photoshop είναι το καλύτερο πρόγραμμα για επεξεργασία φωτογραφιών.



























