Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bebilderung
[gender: feminine]
01
εικονογράφηση, απεικόνιση
Die Ausstattung eines Textes mit Bildern oder Illustrationen
Παραδείγματα
Die Bebilderung in diesem Lehrbuch hilft beim Verständnis der Inhalte.
Η εικονογράφηση σε αυτό το εγχειρίδιο βοηθά στην κατανόηση των περιεχομένων.


























