Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bebilderung
01
εικονογράφηση, απεικόνιση
Die Ausstattung eines Textes mit Bildern oder Illustrationen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bebilderung
πληθυντικός τύπος
Bebilderungen
Παραδείγματα
Die Bebilderung des Kinderbuchs ist besonders gelungen.
Η εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη.



























