Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beaufsichtigen
01
εποπτεύω, επιτηρώ
Jemanden oder etwas genau zu beobachten und dafür zu sorgen, dass alles richtig läuft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beaufsichtige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beaufsichtigt
ενεστώτα μετοχή
beaufsichtigend
απλός αόριστος
beaufsichtigte
παθητική μετοχή
beaufsichtigt
Παραδείγματα
Der Sicherheitsdienst beaufsichtigt den Eingang zum Gebäude.
Η υπηρεσία ασφαλείας επιβλέπει την είσοδο του κτιρίου.



























