Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bedarf
[gender: masculine]
01
ανάγκη, ζήτηση
Das, was jemand braucht oder verlangt
Παραδείγματα
Der Bedarf an neuen Wohnungen ist groß.
Η ζήτηση για νέα διαμερίσματα είναι μεγάλη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανάγκη, ζήτηση