der bedarf
be
darf
ˈdɑ:f
daaf
scharf

Ορισμός και σημασία του "bedarf"στα γερμανικά

01

ανάγκη, ζήτηση

Das, was jemand braucht oder verlangt 
der Bedarf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bedarf(e)s
πληθυντικός τύπος
Bedarfe
Παραδείγματα
Der Bedarf an Wasser steigt im Sommer. 

Η ζήτηση για νερό αυξάνεται το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store