Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bedarf
01
ανάγκη, ζήτηση
Das, was jemand braucht oder verlangt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bedarf(e)s
πληθυντικός τύπος
Bedarfe
Παραδείγματα
Der Bedarf an Wasser steigt im Sommer.
Η ζήτηση για νερό αυξάνεται το καλοκαίρι.



























