Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verzug
01
καθυστέρηση, βράδυνση
Eine verspätete Handlung oder Lieferung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Verzüge
γενική πτώση
Verzugs
Παραδείγματα
Der Verzug bei der Lieferung kostet das Unternehmen viel Geld.
Η καθυστέρηση στην παράδοση κοστίζει στην εταιρεία πολλά χρήματα.
02
αγαπημένο παιδί, χαϊδεμένο παιδί
ein Kind, das besonders bevorzugt oder liebevoll behandelt wird
Παραδείγματα
Er galt als der Verzug der Familie.
Θεωρούνταν το αγαπημένο παιδί της οικογένειας.
LanGeek



























