Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungezwungen
01
χαλαρός, φυσικός
Ohne künstliche oder formelle Verhaltensweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungezwungensten
συγκριτικός βαθμός
ungezwungener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er hat einen ungezwungenen Umgang mit seinen Kollegen.
Έχει ανέμελη σχέση με τους συναδέλφους του.



























