Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stürzen
[past form: stürzte]
01
πέφτω, καταρρέω
Plötzlich und unkontrolliert nach unten fallen, oft mit Verletzungsgefahr
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
stürze
γ΄ ενικό πρόσωπο
stürzt
ενεστώτα μετοχή
stürzend
απλός αόριστος
stürzte
παθητική μετοχή
gestürzt
Παραδείγματα
Das Kind ist vom Stuhl gestürzt.
Το παιδί έπεσε από την καρέκλα.



























