Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stürmen
[past form: stürmte]
01
θυμώνω, καταιγίζω
Mit starkem Wind und Regen sehr heftig sein
Παραδείγματα
Stürmen kann gefährlich sein für Schiffe.
Θύελλα μπορεί να είναι επικίνδυνη για τα πλοία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
θυμώνω, καταιγίζω