Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stürmen
[past form: stürmte]
01
θυμώνω, καταιγίζω
Mit starkem Wind und Regen sehr heftig sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
stürme
γ΄ ενικό πρόσωπο
stürmt
ενεστώτα μετοχή
stürmend
απλός αόριστος
stürmte
παθητική μετοχή
gestürmt
Παραδείγματα
Stürmen kann gefährlich sein für Schiffe.
Θύελλα μπορεί να είναι επικίνδυνη για τα πλοία.



























