stürmen
Pronunciation
/ˈʃtʏʁmən/

Ορισμός και σημασία του "stürmen"στα γερμανικά

stürmen
[past form: stürmte]
01

θυμώνω, καταιγίζω

Mit starkem Wind und Regen sehr heftig sein
stürmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
stürme
γ΄ ενικό πρόσωπο
stürmt
ενεστώτα μετοχή
stürmend
απλός αόριστος
stürmte
παθητική μετοχή
gestürmt
Παραδείγματα
Stürmen kann gefährlich sein für Schiffe.
Θύελλα μπορεί να είναι επικίνδυνη για τα πλοία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store