Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stören
01
ενοχλώ, διακόπτω
Unterbrechen oder unangenehm beeinflussen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
störe
γ΄ ενικό πρόσωπο
stört
ενεστώτα μετοχή
störend
απλός αόριστος
störte
παθητική μετοχή
gestört
Παραδείγματα
Er stört immer den Unterricht.
Αυτός πάντα ενοχλεί το μάθημα.



























