Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
streiten
01
τσακώνομαι
Laut und oft heftig über etwas diskutieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
streite
γ΄ ενικό πρόσωπο
streitet
ενεστώτα μετοχή
streitend
απλός αόριστος
stritt
παθητική μετοχή
gestritten
Παραδείγματα
Die Kinder streiten wegen eines Spiels.
Τα παιδιά τσακώνονται για ένα παιχνίδι.
02
τσακώνομαι, βρίσκομαι σε σύγκρουση
Mit jemandem in einem Streit sein
Παραδείγματα
Ich habe Streit mit meinem Bruder.
Τσακώνομαι με τον αδερφό μου.



























