Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
streiten
[past form: stritt]
01
τσακώνομαι
Laut und oft heftig über etwas diskutieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
streite
γ΄ ενικό πρόσωπο
streitet
ενεστώτα μετοχή
streitend
απλός αόριστος
stritt
παθητική μετοχή
gestritten
Παραδείγματα
Warum streitet ihr euch schon wieder?
Γιατί μαλώνετε ήδη ξανά;
02
τσακώνομαι, βρίσκομαι σε σύγκρουση
Mit jemandem in einem Streit sein
Παραδείγματα
Ich streite mich selten mit meinen Freunden.
Σπάνια τσακώνομαι με τους φίλους μου.



























