Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Stress
[gender: masculine]
01
στρες, ένταση
Ein Gefühl von Anspannung oder Druck
Παραδείγματα
Manchmal hilft Sport gegen Stress.
Μερικές φορές, ο αθλητισμός βοηθάει κατά του άγχους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
στρες, ένταση