Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
streiken
[past form: streikte]
01
απεργώ, κυρηγώ απεργία
Die Arbeit niederlegen, um Forderungen durchzusetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
streike
γ΄ ενικό πρόσωπο
streikt
ενεστώτα μετοχή
streikend
απλός αόριστος
streikte
παθητική μετοχή
gestreikt
Παραδείγματα
Die Lehrer streiken, um mehr Unterstützung zu bekommen.
Οι δάσκαλοι απεργούν για να λάβουν περισσότερη υποστήριξη.



























