streiken
streiken
ʃtʁaɪ̯kng
shtraikng
strickenstreichenstreifenstreunen

Ορισμός και σημασία του "streiken"στα γερμανικά

streiken
01

απεργώ, κυρηγώ απεργία

Die Arbeit niederlegen, um Forderungen durchzusetzen 
streiken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
streike
γ΄ ενικό πρόσωπο
streikt
ενεστώτα μετοχή
streikend
απλός αόριστος
streikte
παθητική μετοχή
gestreikt
Παραδείγματα
Die Arbeiter streiken für höhere Löhne. 

Οι εργαζόμενοι απεργούν για υψηλότερους μισθούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store