Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Strecke
01
Ein Weg oder eine Entfernung zwischen zwei Punkten, oft für Fahrt oder Reise genutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Strecken
γενική πτώση
Strecke
Παραδείγματα
Die Strecke von Berlin nach Hamburg ist lang.
LanGeek



























