streiken
Pronunciation
/ˈʃtʀaɪ̯kən/

Ορισμός και σημασία του "streiken"στα γερμανικά

streiken
[past form: streikte]
01

απεργώ, κυρηγώ απεργία

Die Arbeit niederlegen, um Forderungen durchzusetzen
streiken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
streike
γ΄ ενικό πρόσωπο
streikt
ενεστώτα μετοχή
streikend
απλός αόριστος
streikte
παθητική μετοχή
gestreikt
Παραδείγματα
Die Lehrer streiken, um mehr Unterstützung zu bekommen.
Οι δάσκαλοι απεργούν για να λάβουν περισσότερη υποστήριξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store