der stress
stress
ʃtʁɛs
shtres
kongresstristessedes

Ορισμός και σημασία του "stress"στα γερμανικά

01

στρες, ένταση

Ein Gefühl von Anspannung oder Druck 
der Stress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stresse
γενική πτώση
Stresses
Παραδείγματα
Bei viel Arbeit habe ich oft Stress. 

Όταν έχω πολλή δουλειά, συχνά έχω άγχος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store