Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
streben
01
αγωνίζομαι, προσπαθώ
Mit Entschlossenheit und Anstrengung auf ein Ziel hinarbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
strebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
strebt
ενεστώτα μετοχή
strebend
απλός αόριστος
strebte
παθητική μετοχή
gestrebt
Παραδείγματα
Die Schüler streben nach besseren Noten.
Οι μαθητές επιδιώκουν καλύτερους βαθμούς.



























