streben
Pronunciation
/ˈʃtʁeːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "streben"στα γερμανικά

streben
01

αγωνίζομαι, προσπαθώ

Mit Entschlossenheit und Anstrengung auf ein Ziel hinarbeiten
streben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
strebe
γ΄ ενικό πρόσωπο
strebt
ενεστώτα μετοχή
strebend
απλός αόριστος
strebte
παθητική μετοχή
gestrebt
Παραδείγματα
Die Schüler streben nach besseren Noten.
Οι μαθητές επιδιώκουν καλύτερους βαθμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store