Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
streben
[past form: strebte]
01
αγωνίζομαι, προσπαθώ
Mit Entschlossenheit und Anstrengung auf ein Ziel hinarbeiten
Παραδείγματα
Die Schüler streben nach besseren Noten.
Οι μαθητές επιδιώκουν καλύτερους βαθμούς.


























