Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Straßenbahn
[gender: feminine]
01
τραμ, τραμ
Ein öffentliches Verkehrsmittel auf Schienen, das in Städten fährt
Παραδείγματα
Die Straßenbahn fährt auch nachts.
Το τραμ λειτουργεί και τη νύχτα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τραμ, τραμ