Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schießen
01
πυροβολώ, πετώ
Einen Ball oder etwas mit großer Kraft wegtreten oder werfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
schieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
schießt
ενεστώτα μετοχή
schießend
απλός αόριστος
schoss
παθητική μετοχή
geschossen
Παραδείγματα
Er schießt den Ball ins Tor.
Αυτός σουτάρει την μπάλα στο τέρμα.
02
πυροβολώ, ρίχνω
Eine Waffe abfeuern oder einen Schuss abgeben
Παραδείγματα
Der Jäger schießt auf das Wild.
Ο κυνηγός πυροβολεί στο θήραμα.



























