schieflaufen
schieflaufen
ʃi:flaʊ̯fən
shiflawfēn

Ορισμός και σημασία του "schieflaufen"στα γερμανικά

schieflaufen
01

πηγαίνει στραβά, δεν προχωρά όπως προγραμματίστηκε

Nicht wie geplant verlaufen 
schieflaufen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
schief
βασικό ρήμα
laufen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
laufe schief
γ΄ ενικό πρόσωπο
läuft schief
ενεστώτα μετοχή
schieflaufend
απλός αόριστος
lief schief
παθητική μετοχή
schiefgelaufen
Παραδείγματα
Das Experiment ist schiefgegangen. 

Το πείραμα πήγε στραβά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store