Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schieflaufen
01
πηγαίνει στραβά, δεν προχωρά όπως προγραμματίστηκε
Nicht wie geplant verlaufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
schief
βασικό ρήμα
laufen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
laufe schief
γ΄ ενικό πρόσωπο
läuft schief
ενεστώτα μετοχή
schieflaufend
απλός αόριστος
lief schief
παθητική μετοχή
schiefgelaufen
Παραδείγματα
Sein Versuch, sie zu überzeugen, ist schiefgegangen.
Η προσπάθειά του να την πείσει απέτυχε.



























