Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schießen
[past form: schoss]
01
πυροβολώ, πετώ
Einen Ball oder etwas mit großer Kraft wegtreten oder werfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
schieße
γ΄ ενικό πρόσωπο
schießt
ενεστώτα μετοχή
schießend
απλός αόριστος
schoss
παθητική μετοχή
geschossen
Παραδείγματα
Die Kinder schießen den Ball im Park.
Τα παιδιά πυροβολούν την μπάλα στο πάρκο.
02
πυροβολώ, ρίχνω
Eine Waffe abfeuern oder einen Schuss abgeben
Παραδείγματα
Im Film schießen die Schauspieler mit Pistolen.
Στην ταινία, οι ηθοποιοί πυροβολούν με πιστόλια.



























