Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Schiff
[gender: neuter]
01
πλοίο, σκάφος
Ein großes Fahrzeug für den Transport auf Wasser
Παραδείγματα
Unser Schiff legt um 18 Uhr ab.
Το πλοίο μας αναχωρεί στις 18:00.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πλοίο, σκάφος