das Schiff
Pronunciation
/ʃɪf/

Ορισμός και σημασία του "schiff"στα γερμανικά

01

πλοίο, σκάφος

Ein großes Fahrzeug für den Transport auf Wasser
das Schiff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Schiff(e)s
πληθυντικός τύπος
Schiffe
Παραδείγματα
Unser Schiff legt um 18 Uhr ab.
Το πλοίο μας αναχωρεί στις 18:00.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store