Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schiefgehen
01
πάει στραβά, αποτύχει
Nicht wie geplant verlaufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
schief
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe schief
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht schief
ενεστώτα μετοχή
schiefgehend
απλός αόριστος
ging schief
παθητική μετοχή
schiefgegangen
Παραδείγματα
Unser Ausflug ging wegen des Regens schief.
Η εκδρομή μας απέτυχε λόγω της βροχής.
Λεξικό Δέντρο
schiefgehen
schief
gehen



























