Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schenken
01
δωρίζω, χαρίζω
Etwas freiwillig und ohne Bezahlung geben
Παραδείγματα
Zum Abschied schenkte er ihr ein Armband.
Στον αποχαιρετισμό, της χάρισε ένα βραχιόλι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δωρίζω, χαρίζω