Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Scheune
[gender: feminine]
01
αχυρώνας, σταύλος
Ein Gebäude auf dem Bauernhof zum Lagern von Heu oder Getreide
Παραδείγματα
Die alte Scheune wurde renoviert und modernisiert.
Το παλιό αχυρώνα ανακαινίστηκε και εκσυγχρονίστηκε.


























