Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schere
01
ψαλίδι, ζευγάρι ψαλίδια
Ein Werkzeug mit zwei Klingen zum Schneiden von Papier, Stoff oder anderen Materialien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schere
πληθυντικός τύπος
Scheren
Παραδείγματα
Die Schere liegt auf dem Tisch.
Το ψαλίδι βρίσκεται στο τραπέζι.
02
χάσμα
Ein Unterschied oder eine Kluft, besonders zwischen zwei Werten wie Einkommen oder Meinungen
Παραδείγματα
Die Schere zwischen Arm und Reich wird größer.
Ψαλίδι μεταξύ πλουσίων και φτωχών διευρύνεται.



























