Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scheinen
01
λάμπω, ακτινοβολώ
Licht senden, wie die Sonne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
scheine
γ΄ ενικό πρόσωπο
scheint
ενεστώτα μετοχή
scheinend
απλός αόριστος
schien
παθητική μετοχή
geschienen
Παραδείγματα
Die Lampe scheint auf den Tisch.
Η λάμπα λάμπει στο τραπέζι.
02
φαίνεται, μοιάζει
Den Eindruck machen
Παραδείγματα
Das Buch scheint interessant.
Το βιβλίο φαίνεται ενδιαφέρον.



























