Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schicht
[gender: feminine]
01
βάρδια, μερίδα
Ein festgelegter Zeitraum, in dem jemand arbeitet, z. B. morgens oder abends
Παραδείγματα
Die Schicht dauert acht Stunden.
Η βάρδια διαρκεί οκτώ ώρες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βάρδια, μερίδα