die schicht
schicht
ʃɪçt
shicht
schachtschlicht

Ορισμός και σημασία του "schicht"στα γερμανικά

01

βάρδια, μερίδα

Ein festgelegter Zeitraum, in dem jemand arbeitet, z. B. morgens oder abends 
die Schicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schichten
γενική πτώση
Schicht
Παραδείγματα
Ich arbeite heute in der Nachtschicht. 

Σήμερα δουλεύω στη νυχτερινή βάρδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store