Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schenken
01
δωρίζω, χαρίζω
Etwas freiwillig und ohne Bezahlung geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schenke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schenkt
ενεστώτα μετοχή
schenkend
απλός αόριστος
schenkte
παθητική μετοχή
geschenkt
Παραδείγματα
Ich schenke meiner Mutter Blumen zum Geburtstag.
Δωρίζω λουλούδια στη μητέρα μου για τα γενέθλιά της.



























