schenken
Pronunciation
/ˈʃɛŋkən/

Ορισμός και σημασία του "schenken"στα γερμανικά

schenken
01

δωρίζω, χαρίζω

Etwas freiwillig und ohne Bezahlung geben
schenken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schenke
γ΄ ενικό πρόσωπο
schenkt
ενεστώτα μετοχή
schenkend
απλός αόριστος
schenkte
παθητική μετοχή
geschenkt
Παραδείγματα
Zum Abschied schenkte er ihr ein Armband.
Στον αποχαιρετισμό, της χάρισε ένα βραχιόλι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store