die cke
ˈmʏ
mu
cke
macke

Ορισμός και σημασία του "mücke"στα γερμανικά

01

κουνούπι, έγκοιμος

Ein kleines, fliegendes Insekt, dessen Weibchen Blut saugen und oft stechen 
die Mücke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mücken
γενική πτώση
Mücke
Παραδείγματα
Die Mücke sticht mich jede Nacht im Sommer. 

Το κουνούπι με τσιμπάει κάθε βράδυ το καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store