Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Missfallen
[gender: neuter]
01
δυσαρέσκεια, δυσχαρά
Ein Gefühl der Ablehnung oder Unzufriedenheit gegenüber etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Missfallens
Παραδείγματα
Öffentliches Missfallen kann politische Entscheidungen beeinflussen.
Η δημόσια δυσαρέσκεια μπορεί να επηρεάσει πολιτικές αποφάσεις.
missfallen
[past form: missfiel][phrase form: fallen]
01
δεν αρέσει, δυσαρεστώ
Jemandem nicht gefallen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missfalle
γ΄ ενικό πρόσωπο
missfällt
ενεστώτα μετοχή
missfallend
απλός αόριστος
missfiel
παθητική μετοχή
missfallen
Παραδείγματα
Warum missfällt dir dieser Vorschlag so sehr?
Γιατί σου δεν αρέσει τόσο πολύ αυτή η πρόταση;



























