Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missverstehen
01
καταλαβαίνω λάθος, ερμηνεύω λανθασμένα
Nicht richtig interpretieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
verstehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missverstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
missversteht
ενεστώτα μετοχή
missverstehend
απλός αόριστος
missverstand
παθητική μετοχή
missverstanden
Παραδείγματα
Sie hat meine Absicht missverstanden.
Αυτή κατάλαβε λάθος την πρόθεσή μου.



























