Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missverstehen
[past form: missverstand]
01
καταλαβαίνω λάθος, ερμηνεύω λανθασμένα
Nicht richtig interpretieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
verstehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missverstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
missversteht
ενεστώτα μετοχή
missverstehend
απλός αόριστος
missverstand
παθητική μετοχή
missverstanden
Παραδείγματα
Kinder missverstehen oft ironische Bemerkungen.
Τα παιδιά συχνά καταλαβαίνουν λάθος τις ειρωνικές παρατηρήσεις.



























