missraten
miss
ˈmɪs
mis
ra
ʁa:
ra
ten
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "missraten"στα γερμανικά

missraten
01

αποτυγχάνω, δεν πετυχαίνω

Nicht wie geplant gelingen 
missraten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
missrät
ενεστώτα μετοχή
missratend
απλός αόριστος
missriet
παθητική μετοχή
missraten
Παραδείγματα
Sein Versuch, ein Boot zu bauen, ist missraten. 

Η προσπάθειά του να φτιάξει μια βάρκα απέτυχε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store