Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missraten
01
αποτυγχάνω, δεν πετυχαίνω
Nicht wie geplant gelingen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
raten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
missrät
ενεστώτα μετοχή
missratend
απλός αόριστος
missriet
παθητική μετοχή
missraten
Παραδείγματα
Sein Versuch, ein Boot zu bauen, ist missraten.
Η προσπάθειά του να φτιάξει μια βάρκα απέτυχε.



























