Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missen
[past form: misste]
01
νιώθω την απουσία, μου λείπει
Jemanden oder etwas vermissen; das Fehlen von etwas oder jemandem spüren und bedauern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
misse
γ΄ ενικό πρόσωπο
misst
ενεστώτα μετοχή
missend
απλός αόριστος
misste
παθητική μετοχή
gemisst
Παραδείγματα
Freunde wie dich darf man im Leben nicht missen.
Δεν πρέπει ποτέ να λείπουν φίλοι σαν εσένα στη ζωή.



























